Cerca

Newsletter

iscriviti alla newsletter

La tua mail*




ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ XΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (ΚΡΗΤΗ 2016)

 

Ἀρχιμ. Εὐάγγελος Ὑφαντίδης Πρωτοσύγκελλος Ἱ. Μητρ. Ἰταλίας καί Μελίτης




 

Ἀρχιμ. Εὐάγγελος Ὑφαντίδης

Πρωτοσύγκελλος Ἱ. Μητρ. Ἰταλίας καί Μελίτης

 

 

ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ XΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ

ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (ΚΡΗΤΗ 2016)*

 

 

Ἀξιότιμοι κύριοι Καθηγητές,

Ἐκλεκτό ἀκροατήριο,

 

Ἀρχικά θά ἤθελα νά μεταφέρω σέ ὅλους σας τίς πλέον ἐγκάρδιες εὐχές γιά τό Νέο Ἔτος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἰταλίας καί Μελίτης κ. Γενναδίου. Ἐπίσης, θά ἤθελα νά εὐχαριστήσω τή Θεολογική Σχολή Τριβενετικῆς Ἰταλίας, ἡ ὁποία, σέ συνεργασία μέ τό Ἵδρυμα Lanza, εἶχαν τήν εὐγενῆ σκέψη νά ὀργανώσουν τήν ἀποψινή συνάντηση στόν φιλόξενο αὐτό χῶρο, προκειμένου, μαζί μέ τόν καθηγητή π. Βασίλειο Πετρᾶ, νά ὁμιλήσουμε γιά τήν ἠθική χριστιανική διδασκαλία, σύμφωνα μέ τό βίωμα καί τή μαρτυρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ λέξη ἠθική παράγεται ἀπό τή λέξη «ἦθος», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐκτενέστερο τύπο τῆς λέξης «ἔθος». Ἡ λέξη ἔθος χρησιμοποιεῖται ἐπί τό πλεῖστον στήν Καινή Διαθήκη καί σημαίνει «συνήθεια»· ἔτσι τό ἔθος, ὡς συνήθεια, ὡς τρόπος ζωῆς, καλλιεργεῖ καί διαμορφώνει τήν ἠθική συμπεριφορά –τήν ἠθική ζωή– τοῦ ἀνθρώπου. Προκειμένου νά συνειδητοποιήσουμε τήν διάσταση τήν ὁποία δίδει ὁ Χριστιανισμός στήν ἠθική, μᾶς ἀρκεῖ νά κατανοήσουμε τόν ὅρο «ἐν Χριστῷ ζωή», τόν ὁποῖο ἡ πατερική γραμματεία χρησιμοποιεῖ πολύ συχνά, προκειμένου νά ἑρμηνεύσει τήν ἠθική ζωή τῶν Χριστιανῶν. Σύμφωνα μέ τήν Α. Θ. Π. τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. κ. Βαρθολομαῖο, ὁ ὅρος «ἐν Χριστῷ ζωή» σημαίνει ὅτι «ὁ πιστός ἄνθρωπος δέν ζῇ μόνον ἐντός τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ περιρρέοντος κτιστοῦ κόσμου, ἀλλά εὑρίσκεται εἰς πνευματικήν σχέσιν καί κοινωνίαν μετά τοῦ θεανθρωπίνου προσώπου τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί δι’ Αὐτῶν μετά τοῦ Θεοῦ Πατρός, δηλαδή μετά τῆς ἀκτίστου Θεότητος»[1].

Μέ βάση τά παραπάνω, γίνεται κατανοητό ὅτι ἡ χριστιανική ἠθική δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν ἠθική –δηλαδή τό ἔθος, τόν τρόπο ζωῆς– τοῦ Χριστιανοῦ ὁ ὁποῖος μετά ἀπό μία ἀδιακόπη κίνηση «ἀπό κάθαρση σέ κάθαρση, ἀπό μετάνοια σέ μετάνοια, ἀπό ἀρετή σέ ἀρετή, ἀπό γνώση σέ γνώση»[2], ἐντάσσεται καί ζεῖ μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν προοπτική τῆς ἀναστάσεως· τοῦ Χριστιανοῦ πού ἀγωνίζεται νά σωθεῖ, δηλαδή νά γίνει «σῶος, ὁλόκληρος, νά πραγματώσει ἀκέραια τή δυνατότητα τῆς ὕπαρξης καί τῆς ζωῆς πέρα ἀπό τόν χῶρο, τόν χρόνο καί τίς συμβατικές σχέσεις»[3]· τοῦ Χριστιανοῦ, πού δέν ὑπάρχει ἁπλῶς ὡς βιολογική ἤ ὡς κοινωνική μονάδα, ἀλλά ὡς πρόσωπο «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ», ἐλεύθερος ἀκόμη καί ἀπό τήν ἴδια του τή φύση. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ χριστιανική ἠθική δέν προσπαθεῖ νά δημιουργήσει ἕναν «ἐπίγειο παράδεισο», δέν στηρίζεται στήν τήρηση ὁρισμένων κανόνων συμπεριφορᾶς ἤ ἀρχῶν, ὅπως ἄλλες θρησκεῖες καί κινήματα, ἀλλά βοηθεῖ στή «νέκρωση τῶν παθῶν» τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή τῶν εξαρτήσεών του καί στήν ἀνασύνδεση μέ τόν Θεό· κοντά στόν Θεό, μέ τόν Ὁποῖο δημιουργεῖ σχέση ἐμπιστοσύνης –καί ὄχι ἀπλῶς ἀποδέχεται–, ὁ ἄνθρωπος βρίσκει καί τή σωστή του σχέση μέ τούς συνανθρώπους του καί ὁλόκληρο τό φυσικό του περιβάλλον[4].

 

 

Ὀρθόδοξος ἦθος: ἀσκητικό καί εὐχαριστιακό

 

Στήν Ὀρθόδοξη παράδοση τό ἀνθρώπινο ἤθος συνδέθηκε ευθύς εξαρχῆς μέ τήν περί προσώπου διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, καθώς καί μέ τήν εὐχαριστιακή καί ἀσκητική της ἐμπειρία. Ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος εἶναι πρόσωπο, μία ἐλεύθερη προσωπική ὕπαρξη –καί ὄχι ἕνα ὑπέρτατο Ὄν ἤ μία ἀπρόσωπη Οὐσία ἤ Φύση–, δημιούργησε τόν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα Του, δηλαδή πρόσωπο – καί ὄχι ἄτομο ἀπρόσωπο καί ἀριθμοποιημένο. Τά πρόσωπα ἔχουν μέν κοινή οὐσία, ἀλλά, ὅπως συμβαίνει καί στά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μοναδικό, ἀνόμοιο καί ἀνεπανάληπτο πρόσωπο· ὑπάρχουν τόσα πρόσωπα ὅσα καί ἄνθρωποι. Ἐπειδή ὅμως ὁ ἄκτιστος Θεός δέν ἀποκαλύπτεται μόνον ὡς πρόσωπο ἀλλά καί ὡς ἐλευθερία –ὁ Θεός ὑπάρχει πάντοτε ὡς ἐλεύθερη ὕπαρξη καί δρᾷ ἐλεύθερος πάντοτε– καί ὡς ἀγάπη –«ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 16)–, ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος, στήν προσπάθειά του νά γίνει ὁλοκληρωμένο πρόσωπο, πρέπει νά μεριμνήσει, προκειμένου ἡ ἐλευθερία καί ἡ ἀγάπη νά γίνουν συστατικά τοῦ προσωπικοῦ του Εἶναι, δηλαδή τῆς προσωπικῆς του ὕπαρξης. Σέ αὐτή τήν κατάσταση, ἡ ὁποία οὐσιαστικά εἶναι ἡ σωτηρία του, ἡ ἴδια ἡ θέωσή του, ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ὁδηγηθεῖ μόνο μέσα ἀπό τήν ἀσκητική καί εὐχαριστιακή ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἄσκηση ἀποτελεῖ τό κατεξοχήν μέσον μέ τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται στήν κάθαρση καί τόν φωτισμό, δηλαδή στήν ἐλευθερία του καί ὄχι στήν «ἐλευθεριότητα»[5], ἡ ὁποία προβάλλεται κατά τή σύγχρονη ἐκκοσμικευμένη ἐποχή. Ἡ ἀβίαστη, ἑκούσια καί ταπεινή περικοπή τῆς σωματικῆς ἄνεσης –καί ὄχι μόνον τῆς τροφῆς–, σέ συνδυασμό μέ τήν προσευχή καί τήν ἐλεημοσύνη, ὁδηγεῖ τόν πιστό στήν κατάσταση τῆς ὀλιγάρκειας καί τῆς αὐτάρκειας, στήν κατάσταση τῆς αὐτονομίας ἀπό τίς περιττές ἀνάγκες τοῦ σήμερα. Καί μέ τό μέσον αὐτό, δηλαδή τήν ἄσκηση, ὁ πιστός ὁδηγεῖται στόν σεβασμό «τῶν μακαρίων ἐντολῶν» τοῦ Κυρίου, ἀπομακρύνεται ἀπό τίς ἀπρόσωπες ἀτομικές του ἐπιθυμίες, μετερχόμενος «πνευματικήν πολιτείαν», φρονῶν καί πράττων ταυτόχρονα «πάντα τά πρός εὐαρέστησιν» τοῦ Κυρίου[6].

Ἡ ἀσκητική ἐμπειρία ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση προκειμένου ὁ πιστός ἐλεύθερος νά βιώσει τήν ἕνωσή του μέ τόν Χριστό, μέσῳ τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅπως σοφά ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρέδωσε μέσῳ τοῦ βίου τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Ἡ θεία Εὐχαριστία ἀποτελεῖ ὄχι μία ἀτομική, ἀλλά μία κατεξοχήν κοινωνική συνάντηση προσώπων, μία κοινωνία τῶν πιστῶν μέ τούς ἀδελφούς τους καί τόν Θεό ταυτόχρονα, ἡ ὁποία ἐκφράζει τήν ὑπέρβαση τῆς ἀτομικότητας καί τήν ἐγκαθίδρυση τῆς ἀγάπης στίς καρδιές τῶν φωτισμένων πιστῶν[7]. Ἐξάλλου, ἄς μήν διαφεύγῃ τῆς προσοχῆς μας ὅτι ἡ προτροπή «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους» προηγεῖται ὄχι μόνον τῆς θείας Μετάληψης, ἀλλά καί αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς Ὁμολογίας τῆς Πίστης μας: πρώτη προϋπόθεση γιά τή συμμετοχή τοῦ ἐλεύθερου μέσῳ τῆς ἄσκησης Χριστιανοῦ στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ἀποτελεῖ ὄχι ἡ Ὀρθόδοξη πίστη του –ἡ ὁποία ἕπεται, σύμφωνα μέ τή βιούμενη μέσῳ τῆς θείας Λειτουργίας Θεολογίας–, ἀλλά ἡ ἀνυστερόβουλη πρός πάντας ἀγάπη του.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τουλάχιστον ἕως τά τέλη τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνα[8], δέν συστηματοποίησε καί δέν κωδικοποίησε τήν Ἠθική της ὡς ἕνα ἀνεξάρτητο ἀντικείμενο τῆς Θεολογίας της, ὅπως π.χ. συνέβη μέ τή Λειτουργική ἤ τήν Πατρολογία. Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, ἀρχικά μέσῳ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κατόπιν δέ τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, ἀποτελοῦν τίς βασικές πηγές μέ τίς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία μεριμνᾷ, ἐδῶ καί 2.000 περίπου χρόνια, γιά τήν «ἐν Χριστῷ ζωή» τῶν πιστῶν, μέ σκοπό τήν ἀποδέσμευσή τους ἀπό κάθε «βιωτικήν μέριμναν» καί τήν ἔνταξή τους στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

 

 

Ἅγιοι καί χριστιανική ἠθική

 

Ἰδιαίτερα πολύτιμοι ὁδοδεῖκτες γιά τή χριστιανική ἠθική εἶναι οἱ Ἅγιοι. Οἱ Ἅγιοι δείχνουν στήν κοινωνία μας ποιός εἶναι στήν πραγματικότητα ὁ ἄνθρωπος καί πῶς πρέπει νά ζεῖ, ὥστε νά ἐπιβεβαιώνει τήν πίστη του μέ τή ζωή του. Πράγματι, γιά νά μεταλαμπαδευτεῖ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ στήν κοινωνία μας, ἀρκεῖ μία ἐπικοινωνία μέ ἕναν αὐθεντικό Χριστιανό, μέ ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, μέ ἕναν ἐν ζωῇ Ἅγιο, ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται, ὥστε νά βιώσει ἀθόρυβα καί μέ πιστότητα τίς χριστιανικές ἀρχές στίς ὁποῖες πιστεύει.

Τό αὐθεντικό χριστιανικό ἦθος γίνεται φανερό μέσα ἀπό τίς σελίδες τῶν Συναξαρίων, ὅπου –μεταξύ ἄλλων– ὑπάρχουν καταγεγραμμένοι ὡς Ἅγιοι καί ἄνθρωποι πού διέπραξαν ποικίλα ἀμαρτήματα –αὐτοί τούς ὁποίους σήμερα θά χαρακτηρίζαμε κακούς καί ἀνήθικους ἀνθρώπους, ὅπως π.χ. τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία καί τόν Μέγα Κωνσταντῖνο–, οἱ ὁποῖοι σέ κάποια στιγμή τῆς ζωῆς τους μετανόησαν εἰλικρινά καί ἁγίασαν.

Πολλοί ἀπό τούς Ἱερούς Πατέρες μᾶς παρέδωσαν κείμενα στά ὁποῖα ἀναπτύσσονται θέματα πού ἀφοροῦν τήν «ἐν Χριστῷ ζωή» τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων στίς Κατηχήσεις του συνδέει τήν ἠθική ζωή τοῦ πιστοῦ μέ τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος –στόν ὁποῖο μάλιστα ἡ Ἐκκλησία ἀφιέρωσε τή Δ’ Κυριακή τῶν Νηστειῶν– ὑποδεικνύει τίς ἀρετές πού βοηθοῦν στήν ἠθική τελείωση τοῦ ἀνθρώπου, καί, τέλος, ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας μέ τό ἔργο του «Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς» ἀναπτύσσει τά περί τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ, μέ βάση τά ἱερά Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Χρίσματος καί τῆς θείας Εὐχαριστίας.

 

 

Σύνοδοι καί χριστιανική ἠθική

 

Μεγάλη σπουδαιότητα γιά τή χριστιανική ἠθική ἔχουν τά κείμενα τῶν Ἱερῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας «οἰκουμενικοῦ ἤ πανορθοδόξου ἐπιπέδου», δεδομένου ὅτι σέ αὐτά διατυπώνεται ἡ ἀσκητική καί εὐχαριστιακή ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιμετωπίζεται καί ρυθμίζεται ἡ ζωή τῶν μελῶν της, καί ἀποκαλύπτονται οἱ προϋποθέσεις καί ὁ σκοπός τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν μέσα στόν κόσμο ὡς τέκνων Θεοῦ καί μετόχων τῆς Βασιλείας Του.

 

 

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

 

Τελευταία κατά σειρά Σύνοδος «οἰκουμενικοῦ καί πανορθοδόξου ἐπιπέδου» ὑπῆρξε ἡ «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», πού συνεκλήθη στήν Κρήτη τό 2016 (20-26 Ἰουνίου), ὑπό τήν Προεδρία τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου καί τή συμμετοχή 152 Πατέρων, ἐκ τῶν ὁποίων 10 Προκαθήμενοι καί 142 Ἱεράρχες ἀπό ὁλόκληρο τόν κόσμο. Ἡ Σύνοδος αὐτή, μέ ἔντονο ποιμαντικό χαρακτήρα, καταδίκασε –μέσα ἀπό 6 ἐπίσημα κείμενα-ἀποφάσεις, μία Ἐγκύκλιο καί ἕνα Μήνυμα– τόν ἀποχριστιανισμό τῆς σύγχρονης κοινωνίας, τήν ἐκκοσμίκευση καί τόν φανατισμό, ἰδιαίτερα τόν θρησευτικό φανατισμό, καί ἐξέφρασε μέ παρρησία καί ὀξύτητα τήν ἀνάγκη ἀλλαγῆς προσανατολισμοῦ τῆς ἀνθρωπότητας, τήν ἀνάγκη ἀλλαγῆς τρόπου σκέψης, τήν ἀνάγκη μετάνοιας τοῦ ἀνθρώπου. Ὅλα τά θέματα τῆς Συνόδου ἀγγίζουν τή ζωή τῶν πιστῶν, τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καί τή μεταμόρφωση τῆς σύγχρονης ἀποχριστιανισμένης κοινωνίας σέ μία κοινωνία Ἁγίων, στήν ὁποία οἱ ἄνθρωποι θά ζοῦν μέ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, «ἥτις οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς»[9]. Μέ βάση λοιπόν τά παραπάνω συνοδικά κείμενα, τά ὁποῖα ἐμφανίζουν ἄμεσα συνδεδεμένη τήν ἠθική μέ τήν ποιμαντική, ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ ἀπόψε νά παρουσιάσω στήν ἀγάπη σας ὡρισμένες πτυχές ἀπό τό πῶς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καλεῖ τά μέλη της προκειμένου, ὑπό τίς σημερινές κοινωνικές συνθήκες, νά ἀνασυνδεθοῦν μέ τόν Θεό, μέ τούς συνανθρώπους τους καί ὁλόκληρο τό φυσικό τους περιβάλλον.

 

 

Ἡ ἀμαρτία κατά τήν ἐποχή σύγκλησης τῆς Συνόδου

 

Ἡ πνευματική ἀσθένεια τῆς ἀμαρτίας, ἡ ὁποία ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό, ἦταν πάντοτε ἐμφανής στήν κοινωνία μέ διάφορες μορφές. Τά ἴδια τά ἱερά κείμενα καί ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας παρουσιάζουν κοινωνίες οἱ ὁποῖες ἔλαχε νά παραμείνουν «ζωντανές» μέχρι σήμερα γιά τήν παρέκκλισή τους ἀπό τή θεία διδασκαλία, ὅπως ἐκεῖνες τῆς Βαβέλ καί τῶν πόλεων Σόδομα καί Γόμορα κατά τούς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τῶν Φαρισαίων κατά τούς χρόνους τῆς Καινῆς Διαθήκης, καθώς καί τῶν Νικολαϊτῶν, Μοντανιστῶν καί Εὐσεβιστῶν κατά τίς δύο τελευταῖες χιλιετίες. Οἱ Πατέρες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου βλέπουν στήν ἐποχή μας νά ἐπικρατοῦν ἀτέλειες καί ἐλλείψεις, οἱ ὁποῖες, ὡς «ἐξωτερικά συμπτώματα»[10] τοῦ κακοῦ, δηλαδή τῆς ἀμαρτίας, «ὑφαίνουν τό ἀπέραντον ἄγχος τῆς ἀγωνιώδους συγχρόνου ἀνθρωπότητος»[11]. Τά ἐπίσημα κείμενα τῆς Συνόδου δέν παραλείπουν νά παρουσιάσουν καί νά περιγράψουν τίς συγκεκριμένες ἀτέλειες πού ἐπικρατοῦν στή σημερινή ἀποχριστιανισμένη κοινωνία, μέ σκοπό τό ποίμνιο νά βεβαιωθῇ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀφενός μέν «ἐπιδιώκει νά ἐξαλείψῃ οὐ μόνον τά ἐξωτερικά συμπτώματα αὐτῆς τῆς ἀσθενείας, ἀλλά καί αὐτήν ταύτην τήν ἀσθένειαν, τήν ἁμαρτίαν»[12], ἀφετέρου δέ, μέ τόν προφητικό της λόγο, μεριμνᾷ γιά τήν ἀνασύνδεση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, τούς ἀδελφούς του καί τήν περιβάλλουσα αὐτόν κτίση.

Ἡ Σύνοδος παρατηρεῖ τά παρακάτω ἐξωτερικά συμπτώματα τῆς ἀμαρτίας στή σημερινή κοινωνία[13]:

  • Ἔνδεια: Βλπ. ἀνάπηροι, ἄποροι, ἄστεγοι, ἀσθενεῖς, ὀρφανά, ὑπερήλικες, ὑποσιτιζόμενοι, φυλακισμένοι.
  • Ἐξαρτήσεις: Βλ. νοσηρά φαινόμενα τῆς λήψης ἐξαρτησιογόνων οὐσιῶν καί ὑποταγῆς σέ ἄλλους ἐθισμούς, ἰδιαίτερα στή νεολαία.
  • Καταναλωτισμός: Ἡ διαρκῶς αὐξανόμενη ἐπιβολή ἑνός καταναλωτικοῦ τρόπου ζωῆς, ὁ ὁποῖος, στερούμενος χριστιανικῶν ἠθικῶν ἀξιῶν καί σέ συνδυασμό μέ τήν ἐκκοσμίκευση καί τήν παγκοσμιοποίηση, τείνει νά ὁδηγήσει τούς λαούς στήν ἀπώλεια τῶν πνευματικῶν καταβολῶν τους, σέ ἱστορική ἀμνησία καί στή λήθη τῶν παραδόσεων τους.
  • Κοινωνική ἀδικία: Βλ. αἰχμάλωτοι, βίαια μετακινούμενοι πληθυσμοί, διωκόμενοι, θύματα ἐμπορίας ἀνθρώπων καί σύγχρονων μορφῶν δουλείας, θύματα καταπίεσης κοινωνικῶν ὁμάδων, θρησκευτικῶν κοινοτήτων καί λαῶν ὁλοκλήρων, θύματα καταστροφῶν, πολεμικῶν συγκρούσεων καί φυλετισμοῦ, περιορισμός τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, πρόσφυγες.
  • Οἰκογενειακή κρίση: Βλ. ἐπικίνδυνη αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διαζυγίων, τῶν ἀμβλώσεων καί πολλῶν ἄλλων ἐσωτερικῶν προβλημάτων στήν οἰκογενειακή ζωή.
  • Οἰκολογική κρίση: Ὁ πόθος τῆς συνεχοῦς αὔξησης τῆς εὐημερίας, ἡ ἀπληστία γιά τήν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν καί ἡ ἄμετρη κατανάλωση ὁδηγοῦν ὄχι μόνο στήν πνευματική πτώχευση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί στή δυσανάλογη χρήση καί τήν ἐξάντληση τῶν φυσικῶν πόρων, δηλαδή στήν καταστροφή τοῦ περιβάλλοντος.
  • Οἰκονομική κρίση: Βλ. οἰκονομική ἀθλιότητα, ἄνιση κατανομή ἤ καί παντελής στέρηση τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πρός τό ζῆν ἀγαθῶν.
  • Παραπληροφόρηση καί χειραγώγηση τῆς κοινῆς γνώμης: Συχνά τά μέσα γενικῆς ἐνημέρωσης ἀφενός μέν τελοῦν ὑπό τόν ἔλεγχο μίας ἰδεολογίας φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης καί ἔτσι καθίστανται δίαυλοι διάδοσης τοῦ καταναλωτισμοῦ, ἀφετέρου δέ προξενοῦν διχασμούς καί ἐξεγέρσεις ἐντός τῆς κοινωνίας λόγῳ τῆς ἔλλειψης σεβασμοῦ ἔναντι τῶν θρησκευτικῶν ἀξιῶν. Ἐπιπλέον, ὄχι σπάνια ὑφίσταται ὁ κίνδυνος τοῦ ἐπηρεασμοῦ τῶν συνειδήσεων διά τῶν μέσων ἐνημερώσεως καί τῆς χρήσης αὐτῶν ὄχι γιά τήν προσέγγιση τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν, ἀλλά γιά τή χειραγώγησή τους.
  • Χειρισμός Γενετικοῦ Ὑλικοῦ: Ἀλληλοσυγκρουόμενες εἰκόνες περί τοῦ ἀνθρώπου καί θύραθεν αὐτόνομες καί συρρικνωτικές ἀνθρωπολογικές θεωρήσεις, οἱ ὁποῖες παρουσιάστηκαν στήν κοινωνία μας ἤδη κατά τόν Δεύτερο Παγκόμιο πόλεμο, προσπαθοῦν νά δώσουν τροφή σέ ἀνεξέλεγκτη χρήση τῆς γενετικῆς βιοτεχνολογίας καί βιοϊατρικῆς, ἀναφορικά μέ τήν ἀρχή, τή διάρκεια καί τό τέλος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

 

 

Ἡ Σύνοδος καί τό ὀρθόδοξο ἦθος γενικά

 

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀκολουθώντας τά βήματα τῶν θείων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, συνεχίζει νά ἐρμηνεύει τήν ἠθική ζωή τῶν πιστῶν μέ τόν ὅρο «ἐν Χριστῷ ζωή», προσφέροντας στόν κόσμο ὡς ὁδηγό «τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τήν ἐλπίδα καί βεβαιότητα ὅτι τό κακόν, ὑπό οἱανδήποτε μορφήν, δέν ἔχει τόν τελευταῖον λόγον εἰς τήν ἱστορίαν καί δέν πρέπει νά ἀφεθῇ νά κατευθύνῃ τήν πορείαν της»[14], καί ἐπιδιώκοντας νά ἐξαλείψει ὄχι μόνον τά ἐξωτερικά συμπτώματα τῆς ἀμαρτίας πού προαναφέρθηκαν «ἀλλά καί αὐτήν ταύτην τήν ἀσθένειαν, τήν ἁμαρτίαν»[15]. Τονίζει τήν ἀναστάσιμη προοπτική τῆς «κατά χάριν» θέωσης, τῆς μεταμόρφωσης τοῦ κόσμου, στό βίωμα τῆς ὁποίας προσκαλεῖ τούς Χριστιανούς –ἰδιαίτερα τούς νέους–, προκειμένου νά βροῦν «ἐν τῇ θεανθρωπίνῃ κοινωνίᾳ τῆς Ἐκκλησίας ὑπαρξιακόν στήριγμα»[16] καί ὄχι σέ ἐξαρτήσεις καί ἐθισμούς. Σέ αὐτόν τόν «ἄριστον πόθον» τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς προτρέπει τούς πιστούς νά ἀκολουθήσουν τό παράδειγμα τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι, ζῶντες μεταξύ τῶν ἀνθρώπων τῆς κοινωνίας τους, «διά τῆς ἀσκήσεως καί τῆς ἀρετῆς» ἀπέδειξαν ὅτι ἡ πρόγευση τῆς «καινῆς κτίσεως» δέν εἶναι οὐτοπία, ἀλλά δυνατή «μέ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ καί τόν πνευματικόν ἀγῶνα τοῦ ἀνθρώπου»[17]. Κατ’ ἐπέκταση, οἱ 152 Πατέρες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, στήν προσπάθειά τους νά μεταδώσουν τίς βασικές κατευθυντήριες ποιμαντικές γραμμές –χρήσιμες γιά τόν Χριστιανό πού ζεῖ στή σύγχρονη ἀποχριστιανισμένη κοινωνία–, ἀκολουθώντας τήν ὀρθόδοξη παράδοση, συνδέουν τό ἀνθρώπινο ἦθος μέ τήν περί προσώπου διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, καθώς καί μέ τήν ἀσκητική καί εὐχαριστιακή της ἐμπειρία. Ἔτσι, ὅπως θά φανεῖ εὐθύς ἀμέσως, μέ βάση αὐτά τά τρία κεντρικά σημεῖα –ἄνθρωπος-πρόσωπο, ἀσκητική καί εὐχαριστιακή ἐμπειρία– οἱ Πατέρες ἀπαντοῦν κατάλληλα στά σημερινά ἐξωτερικά συμπτώματα τῆς ἀμαρτίας, προκειμένου ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά καί ὁ κόσμος ὁλόκληρος, νά μεταμορφωθεῖ καί νά θεωθεῖ κατά χάριν.

 

 

Ἄνθρωπος-πρόσωπο

 

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μέσῳ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἐπισημαίνει τήν ὕψιστη τιμή πού δίδει στό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἀντιτιθέμενη τόσο στήν ἀλαζονική ἀποθέωση τοῦ ἀτόμου –τόν «ἀνθρωποθεό»,τόν ὁποῖο ἐπιδιώκει νά δημιουργήσει ἡ σύγχρονη ἀποχριστιανισμένη κοινωνία– καί τῶν δικαιωμάτων του, ὅσο καί στήν καταρράκωση τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου στίς σύγχρονες οἰκονομικές, κοινωνικές, πολιτικές καί ἐπικοινωνιακές δομές[18]. Ἐπίσης, τονίζει ὅτι «τό ὀρθόδοξο δέον περί ἀνθρώπου ὑπερβαίνει τόν ὁρίζοντα τῶν καθιερωμένων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἀφοῦ ‘μείζων πάντων’ εἶναι ἡ ἀγάπη»[19], τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ὡς βιωμένη ἐκκλησιαστική ἐλευθερία, δέν διεκδικεῖ δικαιώματα, ἀλλά προτιμᾷ ἀκόμη καί νά παραιτεῖται ἀπό αὐτά χάριν τοῦ πλησίον[20]. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ Σύνοδος προβάλλει τή θυσιαστική ἀγάπη τοῦ Ἐσταυρωμένου Κυρίου της «ὡς τήν μόνην ὁδόν πρός ἕναν κόσμον εἰρήνης, δικαιοσύνης, ἐλευθερίας καί ἀλληλεγγύης μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν, τῶν ὁποίων μόνον καί ἔσχατον μέτρον εἶναι πάντοτε ὁ ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς θυσιασθείς Κύριος (πρβλ. Ἀποκ. ε΄ 12), ἤτοι ἡ ἄπειρος Ἀγάπη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ»[21].

Στό σημεῖο αὐτό, καί μέ ἀφορμή τήν 70η ἐπέτειο ἀπό τήν Οἰκουμενική Διακήρυξη τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, θά μποροῦσαν νά ἀναφερθοῦν μερικά παραδείγματα μέσα ἀπό τά ἐπίσημα κείμενα, προκειμένου νά καταφανεῖ ἡ περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἠθική διδασκαλία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁμολογεῖ πώς κάθε ἄνθρωπος, ἀνεξάρτητα ἀπό χρῶμα, θρησκεία, φυλή, ἐθνικότητα καί γλῶσσα, δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ» καί ἀπολαμβάνει ἴσα δικαιώματα στήν κοινωνία. Ἔτσι, ὄχι μόνο δέν δέχεται τίς διακρίσεις, ἀλλά διδάσκει ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἀληθινός Χριστιανός –κατά τό πρότυπο τοῦ σταυρωθέντος Ἰησοῦ– θυσιάζεται καί δέν θυσιάζει, ἀποτελεῖ τόν αὐστηρότερο κριτή τοῦ ὁποθενδήποτε προερχόμενου φονταμενταλισμοῦ[22].

Ἡ Ἐκκλησία μας θεωρεῖ καθῆκον της νά προβάλλει, μέσῳ τοῦ κηρύγματος, τῆς θεολογίας, τῆς λατρείας καί τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου της, τήν ἀλήθειαν τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας, ὅπως αὐτή συστηματοποιήθηκε ἀπό τόν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν καί τῆς ἀγάπης Παῦλο[23], σύμφωνα μέ τήν ὁποία «ἐλευθερία ἄνευ εὐθύνης καί ἀγάπης ὁδηγεῖ τελικῶς εἰς τήν ἀπώλειαν τῆς ἐλευθερίας»[24]. Ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης μας κ. Βαρθολομαῖος διδάσκει χαρακτηριστικά: «Ζῶμεν ἐν Ἐκκλησίᾳ τήν ἐλευθερίαν ἐκ Χριστοῦ, ἐν Χριστῷ καί εἰς Χριστόν. Εἰς τόν πυρῆνα αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας ἀνήκει ἡ ἀγάπη. […] Τό μέλημα τοῦ πιστοῦ δέν εἶναι ἡ διεκδίκησις δικαιωμάτων, ἀλλά τό ‘ποιεῖν τε καί πράττειν τά δικαιώματα Χριστοῦ’[25], ἐν ταπεινώσει καί εὐχαριστίᾳ. Αὐτή ἡ ἀλήθεια τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, τῆς ἐλευθερίας ὡς ἀγάπης καί τῆς ἀγάπης ὡς ἐλευθερίας, εἶναι ὁ θεμέλιος λίθος καί ἡ ἐγγύησις διά τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος»[26].

Ἄμεσα συνδεδεμένη μέ τό δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας εἶναι καί ἡ ἀρχή πώς ὁ ἐπιστήμονας εἶναι μέν ἐλεύθερος νά ἐρευνᾶ, ὅμως μέ τή βασική προϋπόθεση –γιά τήν ὀρθή ὁριοθέτηση τῆς ἐλευθερίας καί τήν ἀξιοποίηση τῶν ἐπιστημονικῶν του καρπῶν–, ὅτι ὀφείλει νά διακόπτει τήν ἔρευνά του, ὅταν παραβιάζονται βασικές χριστιανικές καί ἀνθρωπιστικές ἀρχές. Ἡ θέση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας ἀποδεικνύεται ἀπαραίτητη σήμερα, ἀφοῦ παρατηρεῖται ἁλματώδης ἀνάπτυξη στίς βιοεπιστήμες καί στή συνδεδεμένη μέ αὐτές βιοτεχνολογία, πολλά ἐπιτεύγματα τῶν ὁποίων θεωροῦνται εὐεργετικά γιά τόν ἄνθρωπο, ἄλλα δημιουργοῦν ἠθικά διλήμματα, ἐνῶ ἄλλα κρίνονται ἀπορριπτέα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πιστεύει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἁπλό σύνολο κυττάρων, ἱστῶν καί ὀργάνων, οὔτε καί προσδιορίζεται μόνο ἀπό βιολογικούς παράγοντες. Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ δημιούργημα «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» (Γέν. α΄ 27), ἔχει αἰώνιο προορισμό καί θά πρέπει ἡ ἀναφορά σέ αὐτόν νά γίνεται μέ τόν πρέποντα σεβασμό. Ἡ ἀναγνώριση τῆς θεμελιώδους αὐτῆς ἀρχῆς ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι τόσο κατά τήν ἐπιστημονική ἔρευνα, ὅσο καί κατά τήν πρακτική ἐφαρμογή τῶν νέων ἀνακαλύψεων καί ἐφευρέσεων, πρέπει νά διαφυλάσσεται τό ἀπόλυτο δικαίωμα κάθε ἀνθρώπου νά ἀπολαμβάνει σεβασμό καί τιμή σέ κάθε στάδιο τῆς ζωῆς του –ἐνάντια δηλαδή σέ ὅσους ὑποστηρίζουν τά «δικαιώματα» στήν ἔκτρωση τοῦ κυοφορούμενου ἐμβρύου καί στήν εὐθανασία–, καθώς καί ἡ βούληση τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὕτη φανερώθηκε κατά τή δημιουργία –ἐνάντια δηλαδή σέ ὅσους ὑποστηρίζουν τό «δικαίωμα» στήν ἀλλαγή φύλου. Ὡς ἐκ τούτου, ἰδιαιτέρως προβάλλεται ἡ ἱερότητα τῆς ζωῆς καί ὁ χαρακτήρας τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου ἀπό τή στιγμή τῆς σύλληψής του μέχρι τή στιγμή τῆς φυσιολογικῆς κοίμησής του[27].

Τέλος, καί τό δικαίωμα στήν οἰκογενειακή ζωή θά πρέπει νά θεωρηθεῖ μέ βάση τήν περί ἀνθρώπινου προσώπου διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία «ἡ διά τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου ἐπιτυγχανομένη κοινωνία προσώπων λειτουργεῖ ὄχι ἁπλῶς ὡς μία συμβατική φυσική σχέσις, ἀλλά καί ὡς μία οὐσιαστική καί δημιουργική πνευματική δύναμις διά τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τῆς Οἰκογενείας»[28]. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἐμμένει στήν ἱερότητα τοῦ γάμου καί στό θυσιαστικό ἦθος τῆς ἀγάπης τῶν συζύγων ὡς ἀπάντηση στή σημερινή ἐκκοσμίκευση τῆς οἰκογένειας καί τήν ταύτισή της μέ ἀτομική αὐταρέσκεια, αὐτάρκεια καί αὐτονομία. Ἡ Ἐκκλησία παραμένει σταθερή στά ἑξῆς:

  • Ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιά τόν γάμο εἶναι τό ζευγάρι νά ἀποτελεῖται ἀπό δύο πρόσωπα διαφορετικοῦ φύλου, ἡ πίστη καί τῶν δύο στόν Ἰησοῦ Χριστό, καθώς καί ἡ «ἐν ἐλευθερίᾳ» ἕνωσή τους.
  • Σκοπός τοῦ Μυστηρίου εἶναι τόσο ἡ πνευματική κοινωνία τοῦ ζευγαριοῦ, ὅσο καί ἡ ἐξασφάλιση τῆς συνέχειας τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπινου γένους.
  • Ὁ νόμιμα καταγεγραμμένος πολιτικός γάμος δέν ἔχει μυστηριακό χαρακτῆρα καί ἀποτελεῖ ἁπλή πράξη συμβίωσης.
  • Δέν γίνονται ἀποδεκτά γιά τά μέλη της σύμφωνα συμβίωσης τοῦ ἴδιου ἤ διαφορετικοῦ φύλου, καθώς καί κάθε ἄλλη μορφή συμβίωσης, ἐκτός ἀπό τό Μυστήριο τοῦ γάμου[29].

 

Σχετικά μέ τά οἰκονομικά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, οἱ Πατέρες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ὑπογραμμίζουν πώς ἡ οἰκονομία πρέπει νά στηρίζεται σέ ἠθικές ἀρχές καί νά διακονεῖ ἔμπρακτα τόν ἄνθρωπο, ἀποσυνδέοντας ξεκάθαρα τήν πρόοδο τοῦ ἀνθρώπινου γένους μέ μόνη τήν ἄνοδο τοῦ βιωτικοῦ ἐπιπέδου ἤ μέ τήν οἰκονομική ἀνάπτυξη σέ βάρος τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν[30].

Μέ βάση, λοιπόν, τήν ὕψιστη τιμή πού δίδει στό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἀλλά καί τήν περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἠθική διδασκαλία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, μπορεῖ νά γίνει κατανοητό γιατί ἡ Ἐκκλησία, ἀποβλέποντας στήν σωστή διαπαιδαγώγηση τῆς νέας γενιᾶς, ἐπιθυμεῖ τήν ἐφαρμογή μιᾶς παιδείας ἡ ὁποία θά ἀποβλέπει «ὄχι μόνον εἰς τήν νοητικήν καλλιέργειαν, ἀλλά καί εἰς τήν οἰκοδομήν καί τήν ἀνάπτυξιν τοῦ συνόλου ἀνθρώπου ὡς ψυχοσωματικῆς καί πνευματικῆς ὀντότητος, συμφώνως πρός τήν τρίπτυχον ἀρχήν Θεός, ἄνθρωπος, κόσμος»[31].

 

 

Ἐμπειρία ἀσκητική

 

Ὅπως προαναφέρθηκε, σκοπός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά ὁδηγηθεῖ στήν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία του. Ἐντός αὐτοῦ τοῦ πλαισίου τοποθετεῖται καί ἡ χριστιανική ἄσκηση, ἡ ὁποία –ὅπως μᾶς τονίζουν οἱ Πάτερες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου– διαφέρει ριζικά ἀπό κάθε δυϊστικό ἀσκητισμό, τόν ὁποῖο πολλοί ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας ἀκολουθοῦν, διότι ἡ χριστιανική ἄσκηση δέν ἀποκόπτει τόν ἄνθρωπο ἀπό τή ζωή καί τόν συνάνθρωπό του[32].

Κατ’ ἐξοχήν ἔκφραση τοῦ ἀσκητικοῦ ἰδεώδους τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποτελεῖ ἡ νηστεία. Ἡ πραγματική νηστεία ἀναφέρεται σέ ὁλόκληρη τήν ἐν Χριστῷ ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί συνδέεται μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, τά ἔργα εὐποιΐας καί τήν εἰλικρινῆ μετάνοια –δηλαδή τή ριζική ἀλλαγή νοοτροπίας καί συμπεριφορᾶς– κορυφώνεται δέ μέ τή συμμετοχή του στή θεία λατρεία καί ἰδιαίτερα στή θεία Εὐχαριστία. Γιά τούς παραπάνω λόγους, ἡ Ἐκκλησία κατά τή σύγχρονη ἐκκοσμικευμένη ἐποχή θεωρεῖ ἀναγκαία τήν τήρηση ὅλων τῶν διαταξεων πού ἀφοροῦν στή νηστεία, ὅμως ἐπισημοποιεῖ πλέον μέσῳ τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων τήν ἐφαρμογή τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας ἀπό μέρους τοῦ σώματος τῶν ἐπισκόπων τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν γιά ὅσους ἔχουν δυσκολία στήν πιστή τήρησή της[33].

Τό ἀσκητικό ἦθος –ὡς ἀντίδοτο στόν καταναλωτισμό, στήν πλεονεξία, στήν ἀπληστία, στή θεοποίηση τῶν ἀναγκῶν καί στήν κτητική στάση–, μαζί μέ τή μετάνοια γιά τίς καταχρήσεις καί τήν ἐγκράτεια, ἀποτελεῖ τή χριστιανική ἀντιμετώπιση τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συμμετέχει ἐνεργά στίς διάφορες διεθνεῖς οἰκολογικές προσπάθειες, ὅρισε δέ τήν 1η Σεπτεμβρίου ὡς ἡμέρα προσευχῆς γιά τήν προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ φυσικός πλοῦτος τῆς γῆς δέν εἶναι περιουσία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά τοῦ Δημιουργοῦ, προτρέπει δέ τούς Χριστιανούς νά προστατεύσουν τή δημιουργία τοῦ Θεοῦ μέ τήν καλλιέργεια τῆς συνείδησης ὅτι εἶναι «οἰκονόμοι» καί ὄχι κάτοχοί της, μέ τήν προβολή τῶν ἀρετῶν τῆς ὀλιγάρκειας καί τῆς ἐγκράτειας, καθώς καί μέ τήν πεποίθηση ὅτι καί οἱ μελλοντικές γενιές ἔχουν δικαίωμα πάνω στά φυσικά ἀγαθά πού μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Δημιουργός[34].

 

 

Ἐμπειρία εὐχαριστιακή

 

Ἡ Ἐκκλησία μας βιώνει τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, δηλαδή τό σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, στή μυστηριακή της ζωή, μέ ἐπίκεντρο τή θεία Εὐχαριστία, κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός προσφέρεται ὡς ἡ αἰώνια Ἀγάπη. Ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, ἡ θεία Εὐχαριστία ἀποτελεῖ μία κοινωνία τῶν πιστῶν μέ τούς ἀδελφούς τους καί μέ τόν Θεό ταυτόχρονα. Οἱ πιστοί ἐνώνονται μέ τόν Θεό καί μεταξύ τους σέ ἕνα σῶμα, χωρίς καμία διάκριση φυλῆς, φύλου, ἡλικίας, κοινωνικῆς ἤ ἄλλης κατάστασης, σέ ἕναν κόσμο καταλλαγῆς, εἰρήνης καί ἀγάπης. Οἱ Πατέρες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τονίζουν ὅτι, ἀπέναντι στό πνεῦμα τό ὁποῖο προβάλλεται ἀπό τή σύγχρονη ἐκκοσμικευμένη καί διεσπασμένη κοινωνία, ἡ Ἐκκλησία καλεῖται μέ ἱεραποστολικό ζῆλο νά προβάλλει αὐτή τήν εὐχαριστιακή κοινωνία καί ἑνότητα, ἀρχίζοντας βεβαίως ἀπό τά ἴδια τά ἐκκλησιαζόμενα μέλη της, τά ὁποῖα, συμμετέχοντας στή θεία Εὐχαριστία, καλοῦνται νά συνεχίσουν τήν «λειτουργίαν μετά τήν Λειτουργίαν», δίδοντας –μέ τή βιοτή τους πρῶτα ἀπ’ ὅλα καί μέ τόν λόγο τους κατόπιν– τή μαρτυρία τῆς πίστης, μοιραζόμενοι τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ μέ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα[35].

Προϋπόθεση γιά τή συμμετοχή τοῦ ἐλεύθερου –μέσῳ τῆς ἄσκησης– Χριστιανοῦ στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, ἀποτελεῖ ἡ ἀνυστερόβουλη πρός πάντας ἀγάπη του, ἡ ὁποία ἀγκαλιάζει ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς του. Ὅμως καί γενικά, ὅσοι ἔχουν ἀνάγκη βρῆκαν τήν Ἐκκλησία –κλῆρο καί λαό, ὀργανωμένα ἤ ὄχι–, κατά τά σχεδόν 2.000 χρόνια τῆς ἱστορικῆς της πορείας, στό πλευρό τους. Μάλιστα, αὐτή ἡ ἔκφραση ἀγάπης ἀπό μέρους τῆς Ἐκκλησίας, δέν περιορίστηκε ἁπλῶς στήν περιστασιακή ἀγαθοεργία πρός τούς δοκιμαζόμενους ἀδελφούς, ἀλλά ἀπέβλεπε καί στήν ἀπάλειψη τῶν αἰτίων, πού δημιουργοῦν τά κοινωνικά προβλήματα, ὡς ἔκφραση τῆς πίστης της καί ὡς διακονία τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ταύτισε τόν Ἑαυτό του μέ κάθε ἄνθρωπο, ἰδιαίτερα μέ «τούς ἐν ἀνάγκαις εὑρισκομένους»[36]. Γιά παράδειγμα, ἐνώπιον τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας καί τῆς ἔνδειας, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τονίζει ὅτι ὁ Κύριος ἀποδοκιμάζει τή βία καί τήν ἀδικία καί καταδικάζει τήν ἀπάνθρωπη στάση πρός τόν πλησίον[37], ἡ δέ πείνα τῶν συνανθρώπων μας, ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ συστήματος τῆς παγκοσμιοποιημένης οἰκονομίας, εἶναι θέμα πνευματικόν, τό ὁποῖο «ὄχι μόνον ἀπειλεῖ τό θεῖον δῶρον τῆς ζωῆς ὁλοκλήρων λαῶν, ἀλλά καί θίγει τό μεγαλεῖον καί τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, συγχρόνως δέ προσβάλλει καί τόν ἴδιον τόν Θεόν»[38]. Γιά τούς παραπάνω λόγους, οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης προτρέπουν «τίς πολιτικές ἀρχές, τούς πολίτες καί τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς στίς χῶρες πού καταφεύγουν οἱ ἐξουθενωμένοι πρόσφυγες, νά συνεχίσουν νά προσφέρουν ἀπό τό περίσσευμα καί ἀπό τό ὑστέρημα τῶν δυνατοτήτων τους»[39], ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες νά ἐπιδεικνύουν ἀλληλεγγύη καί νά ὀργανώνουν ἀποτελεσματικά τήν βοήθειά τους «διά τήν καταπολέμησιν τῆς πείνης καί πάσης ἄλλης μορφῆς ἐνδείας ἐν τῷ κόσμῳ»[40], θεωρεῖ, τέλος, σημαντικό ὅλοι οἱ Χριστιανοί νά δώσουν «εἰς τά ἀκανθώδη προβλήματα τοῦ συγχρόνου κόσμου, μίαν ὁλοπρόθυμον καί ἀλληλέγγυον ἀπάντησιν, βασιζομένην εἰς τό πρότυπον τοῦ ἐν Χριστῷ καινοῦ ἀνθρώπου»[41].

 

 

Ἐπιλογικά

 

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέ προφητική ἐνόραση, συνέδεσε τήν ποιμαντική της ἀγωνία μέ τήν περί προσώπου διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, καθώς καί μέ τήν εὐχαριστιακή καί ἀσκητική της ἐμπειρία. Διατηρώντας ἀλώβητο τόν Μυστηριακό καί Σωτηριολογικό της χαρακτήρα, ἐξέφρασε τό ἔθος, τόν τρόπο ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ πού ζεῖ καί κινεῖται στή σύγχρονη πολύμορφη Οἰκουμένη καί ἐπιθυμεῖ νά δημιουργήσει μία ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό, τούς συνανθρώπους του καί τήν Κτίση, τονίζοντας τήν εὐθύνη του «μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο, πάντοτε μέ προοπτική τήν αἰωνιότητα»[42].



* Διάλεξη στή Θεολογική Σχολή Τριβενετικῆς Ἰταλίας, Πάδοβα 11 Ἰανουαρίου 2018.

[1] Εἰσηγητική ὁμιλία τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, κατά τήν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Κληρικολαϊκῆς Συνελεύσεως (27 Νοεμβρίου 2000), εἰς Ὀρθοδοξία, Β (2000), σ. 547.

[2] ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, ἀρχιεπ. Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας, Ἱεραποστολὴ στά ἴχνη τοῦ Χριστοῦ – Θεολογικές μελέτες καί ὁμιλίες, Ἀθήνα 2007, σ. 215.

[3] ΧΡ. ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἤθους, Ἀθήνα 1989, σ. 24.

[4] Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, Χριστιανική ἠθική, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 26, 44.

[5] Πρβλ. Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τόν σύγχρονον κόσμον [στό ἑξῆς: Ἀποστολή], § ΣΤ13.

[6] Πρβλ. Εὐχή πρό τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, Θεία Λειτουργία Μεγάλου Βασιλείου καὶ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

[7] Πρβλ. Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, ὅ.π., σ. 25.

[8] Τό πρῶτο συστηματικό ἐγχειρίδιο Χριστιανικῆς Ἠθικῆς –ἐπηρεασμένο ἀπό δυτικά πρότυπα– φέρεται νά εἶναι τό ἔργο τοῦ καθηγητῆ καί Πρύτανη τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ἀρχιμανδρίτη Νεοφύτου Βάμβα (1770-1856), μέ τίτλο «Φυσική Θεολογία καί Χριστιανική Ἠθική», τό ὁποῖο ἐκδόθηκε στήν Ἀλεξάνδρεια τό 1893, ἀρκετά χρόνια μετά τόν θάνατό του.

[9] Λόγος Συνόδου. Τά κείμενα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Κρήτη 2016. Εἰσαγωγή: Ἀρχιμ. Εὐάγγελος Ὑφαντίδης, Ἀθήνα 2017, σ. 28, 30.

[10] Ἀποστολή, § Γ5.

[11] Ἀποστολή, § Β3.

[12] Ἀποστολή, § Γ4.

[13] Ἀποστολή, § Β2, ΣΤ1, ΣΤ7, ΣΤ8, ΣΤ10· Τό μυστήριον τοῦ γάμου καί τά κωλύματα αὐτοῦ [στό ἑξῆς: Γάμος], § Ι11· Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας [στό ἑξῆς: Ἐγκύκλιος], § 12.

[14] Ἀποστολή, Εἰσαγωγή.

[15] Ἀποστολή, § Γ4.

[16] Ἐγκύκλιος, § 9.

[17] Ἀποστολή, Εἰσαγωγή.

[18] Ἐγκύκλιος, § 10, 16.

[19] Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας [στό ἑξῆς: Μήνυμα], § 10.

[20] Κ. ΔΕΛΗΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, Τό ἦθος τῆς Ἐλευθερίας: Φιλοσοφικές ἀπορίες καί θεολογικές ἀποκρίσεις, Ἀθήνα 1997, σ. 111.

[21] Ἀποστολή, § ΣΤ15.

[22] Ἀποστολή, § Ε2· Ἐγκύκλιος, § 17.

[23] Πρβλ. Α΄ Κορ. ι΄ 23-24 καί ι΄ 29.

[24] Ἀποστολή, § Β3.

[25] Θεοτοκίον τῶν Ἀποστίχων τῶν Αἴνων 12ης Ὀκτωβρίου.

[26] Πατριαρχική Ἀπόδειξις ἐπί τοῑς Χριστουγέννοις 2017.

[27] Ἀποστολή, § ΣΤ11, ΣΤ12· Ἐγκύκλιος, § 12.

[28] Γάμος, § Ι5.

[29] Ἀποστολή, § ΣΤ14· Γάμος, § Ι1, I2, I4, I9, I10· Ἐγκύκλιος, § 7.

[30] Ἀποστολή, § ΣΤ3· Ἐγκύκλιος, § 15.

[31] Ἐγκύκλιος, § 9.

[32] Ἐγκύκλιος, § 13· Μήνυμα, § 6.

[33] Ἡ σπουδαιότης τῆς νηστείας καὶ ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον, § 1, 3, 7, 8.

[34] Ἀποστολή, § ΣΤ10· Ἐγκύκλιος, § 14· Μήνυμα, § 8.

[35] Ἀποστολή, Εἰσαγωγή, ΣΤ9· Ἐγκύκλιος, § 6, Ἐπίλογος· Μήνυμα, § 1.

[36] Ἀποστολή, § ΣΤ1· Ἐγκύκλιος, § 19.

[37] Ἀποστολή, § Ε1, ΣΤ5.

[38] Ἀποστολή, § ΣΤ5.

[39] Μήνυμα, § 4.

[40] Ἀποστολή, § ΣΤ5.

[41] Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον, § 23.

[42] Μήνυμα, § 12.

 


Dona l'otto per mille

Santi di oggi

i santi di oggi 27-05-2018

La Santa Pentecoste; San Elladio, ieromartire; San Teraponto di Sardi, ieromartire; Santi Alipio, Eubioto, Paolo e Giuliana, martiri; San Giovanni il Russo, neomartire.

i santi di domani 28-05-2018

Lunedì del Santo Spirito; San Eutichio, martire; Santa Elicone, martire; San Alessandro, vescovo di Tessalonica; Santi Niceta, arcivescovo di Calcedonia, Niceta e Ignazio; San Andrea, folle per Cristo; San Zaccaria di Prousa, neomartire; San Mitro, neomartire.

Condividi

Bookmark This

Follow Us

TOP